Υπότιτλοι: Αυτή η μάστιγα(;)

Έχεις σκεφτεί ποτέ εάν πραγματικά βιώνεις μια ταινία με τον σωστό τρόπο;

Είτε βρίσκεσαι στον κινηματογράφο, είτε σπίτι σου, έχεις αναρωτηθεί εάν πραγματικά μπορείς να απολαύσεις/κρίνεις/παρατηρήσεις όλα αυτά που (στρατηγικά) σου προσφέρει μια ιστορία στην οθόνη;

Ξέχνα τις ταινίες που η γλώσσα τους είναι η αγγλική. Λίγο πολύ, όλοι πλέον καταλαβαίνουν το τι ξεστομίζει ένας ηθοποιός. Πάρε για παράδειγμα ένα ιαπωνικό φιλμ.

Δεν καταλαβαίνεις γρι και αναγκαστικά το βλέμμα σου καρφώνεται στο κάτω μέρος της οθόνης. Αυτό μπορεί να σου κοστίσει έναν μορφασμό του ερμηνευτή, μια φευγαλέα κίνηση του που παίζει σημαντικό ρόλο στην ροή του έργου.

Μήπως είμαστε τελικά παγιδευμένοι στο να μην απολαμβάνουμε τις ταινίες έτσι όπως πρέπει;

Ή ίσως αυτό είναι απλά το κόστος που πρέπει να πληρώσουμε για να γλυτώσουμε το έγκλημα της μεταγλώττισης;

The Allman BrothersBand – At Fillmore East

Μερικές φορές σκέφτομαι πως το καλύτερο συγκρότημα που έχει πατήσει το πόδι του σε αυτόν τον πλανήτη είναι οι Allman Brothers Band.

Για την ακρίβεια, ΚΑΘΕ φορά που το At Fillmore East παίζει, παίρνω όρκο για την παραπάνω πρόταση.

Ηχογραφημένο το 1971 στη Νέα Υόρκη, σε μια περίοδο 3 ημερών, το συγκρότημα από την Florida, καταφέρνει μέσα από ξεχειλωμένα τζαμαρίσματα – δηλαδή διασκευές των τραγουδιών τους – να περάσει στην ιστορία. Είναι η περίοδος που τα live albums παίζουν ρόλο και αυτό ήταν μόλις το 3ο album τους.

Ιδανικό για την Δευτέρα σου.

 

Ο Ιούνιος (και ίσως το 2018) ανήκει στον Fantastic Negrito

Ο Xavier Amin Dphrepaulezz ζει και κινείται σε γκρίζες ζώνες. Η αρχή έγινε όταν μετακόμισε, σε ηλικία 12 χρονών, από την Μασαχουσέτη στο Όκλαντ. Η μέρα με την νύχτα δηλαδή. Ενώ το 2017 κέρδισε το πρώτο του Grammy και ταυτόχρονα κατάφερε να ακουστεί σε περισσότερο κόσμο με το Honest Man (ακόμα και στα ψιλιασμένα bar της Αθήνας), το breakthrough γι’ αυτόν, δεν έχει έρθει ακόμα.

Το Please Don’t Be Dead, δηλαδή ο αριστουργηματικός καινούργιος δίσκος του, μπορεί να αλλάξει την κατάσταση. Ίσως και όχι. Ίσως και να μην μας νοιάζει όμως.

Διότι εδώ έχουμε εκλεκτό μουσικό χαρμάνι που περιέχει αγνό groove, rock n’ roll ενορχήστρωση, r n b ατμόσφαιρα και soul ψυχή. Αυτοβιογραφικοί και ταυτόχρονα κοινωνικοί στίχοι δίνουν το σήμα για έναν δίσκο που τολμά να παντρεύει ιδιώματα, καταφέρνοντας να αποφεύγει τον σκόπελο του «πουτάνα όλα».

Το Plastic Hamburgers λειτουργεί ιδανικά σαν single με το ήρθαμε-να-σας-ανατινάξουμε ήχο του, το A Boy Named Andrew θα σου καρφώσει την μελωδία του στο μυαλό σου για να τραγουδάς στο μπάνιο και το The Dyffler ίσως είναι το καλύτερο τραγούδι του δίσκου αλλά… μην με ακούτε. Δεν μπορείς εύκολα να ξεχωρίσεις και να απομονώσεις το ένα τραγούδι από το άλλο.

Ακούγεται σαν ολόκληρο άλμπουμ, όπως παλιά.

Δίσκος που προορίζεται για τις κορυφές ων λιστών του 2018 και έμπνευση που ξεχιλίζει από συνειδητοποιημένο Καλλιτέχνη.

Ποιος ξέρει, ίσως έχει να κάνει με την περσινή του περιοδεία σαν support στον Sturgill Simpson…

 

 

Ghost: Make rock catchy again

Αχ, τα 80’s. Μπορεί σε λίγους μήνες να «μπαίνουμε» στην τρίτη δεκαετία της καινούργιας χιλιετίας αλλά αυτό που συνέβη (στην μουσική) πριν από περίπου 40 χρόνια, εξακολουθεί να ασκεί γοητεία σε μικρούς(;) και μεγάλους..

Νιώθω πως δεν χρειάζεται να πούμε τα αυτονόητα.

Ναι, το Prequelle των Ghost είναι πανέμορφος δίσκος για sing along (και όχι μόνο). Ναι, οι τρουμεταλάδες  που δεν νιώθουν από μελωδία, μπορούν να πάνε να γαμηθούν ευχαρίστως. Ναι, το metal (or should i say rock?) βρήκε το επόμενο όνομα που έχει τα τραγούδια και την υπόσταση να προσηλυτίσει καινούργιο αίμα. Όλα καλά λοιπόν;

Χμ, και ναι και όχι.

Καταρχάς νιώθω μια απέραντη ικανοποίηση βλέποντας το τι γίνεται στα μέσα κοινωνικής αποχαύν…. ωπ, συγγνώμη. Αυτό είναι για άλλο blog. Μιας και ανέκαθεν δήλωνα φλώρος AORάς, χαίρομαι που παίρνω μάτι κόσμο και κοσμάκη να σφάζεται με τα pop στοιχεία του Prequelle. Νιώθεις πως ξαφνικά ζούμε πάλι σε χρυσές εποχές που οι Foreigner και οι Journey ακούγονταν στη διαπασών χωρίς τύψεις και ένοχες. Έτσι όπως πρέπει να είναι το σωστό mainstream rock δηλαδή. Και οι Ghost καταφέρνουν να το ξαναφέρουν στο προσκήνιο.

Παίζει ρόλο που είναι Σουηδοί(ς). Όταν η μουσική κληρονομιά της χώρας σου έχει σαν βασικό της όπλο τους ABBA, όλα ακούγονται δικαιολογημένα.

Από την άλλη, προσπαθώ να καταπιέσω τον γερογκρινιάρη μέσα μου που βλέπει μηδενικό ίχνος πρωτοτυπίας. Θα μου πεις, από τους Ghost περιμένεις κάτι τέτοιο; Θα το ήθελα ναι. Δηλαδή, 2018 = 80’ς επιρροές + 70’ς make up; It doesn’t add up.

Παρόλα αυτά, καταφέρνω και πνίγω αυτόν τον γεροξεκούτη κυρίως επειδή έχω προλάβει να εκτιμήσω την μουσική προηγούμενων δεκαετιών και ένα λαμπάκι ευχαρίστησης ανάβει μέσα μου. Άντε γαμήσου και εσύ κυνικέ μαλάκα.

Αν για τα επόμενα χρόνια (ξανά)δημιουργηθεί ένα νέο κύμα 80’s τραγουδοποιίας, θα είμαι χεσμένος από την χαρά μου και θα ψάχνω για πάνες. Το mainstream κοινό, μόνο έτσι λυγίζει κύριοι. Θέλει το καθαρά -φωνητικά-ρεφρενάρα-βγες-να-το-φωνάξεις-στο-μπαλκόνι και μετά θα ασχοληθεί με τις κιθάρες.

Για θυμήσου, μέχρι και οι Slipknot είχαν παίξανε τέτοια μπαλίτσα…

Υ.Γ.: Τελικά το riff προς το τέλος του Miasma, είναι κατά 80% από το I Might Lie του Andy Taylor. Τιμή μας και καμάρι μας. Α ναι, και το Witch Image έχει το καλύτερο ρεφρέν του δίσκου, της χρονιάς και του σύμπαντος.

 

Collateral του Michael Mann

Ο Michael Mann ανέκαθεν γυρνούσε ταινίες για άντρες. Όχι τόσο για την μάτσο πλευρά του αρσενικού αλλά για τον εσωτερικό τους κόσμο που βρίσκεται ένα κλικ μακριά από τον γκρεμό.

Έχετε δει αυτούς τους απίστευτους τυπάδες που διασχίζουν την μικρή (αλλά ταυτόχρονα τόσο μεγάλη) απόσταση από τον έναν ουρανοξύστη στον άλλο, ισορροπώντας πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί; Ένας τέτοιος τύπος θα μπορούσε να είναι  ο «ήρωας» κάθε ταινίας του.

Θυμήσου το yin και yang του Heat (διαφορετικοί χαρακτήρες αλλά ταυτόχρονα τόσο όμοιοι), τον «σύγχρονο» Οδυσσέα του Blackhat (άκρως αδικημένο διαμάντι) μέχρι και τον old school James Caan στο Thief.

Το 2004 ο Michael Mann κατάφερε έναν μικρό άθλο. Παρέδωσε το Collateral, το οποίο ίσως να μην συγκαταλέγεται στις (αντικειμενικά) δυνατές ταινίες του αλλά καταφέρνει να φέρει το (σκούρο μπλε;) όραμα του σε πιο ευρύ κοινό.

Ο Max (Jamie Foxx) είναι ένας ταξιτζής που ονειρεύεται να αφήσει τους γεμάτους κίνηση δρόμους του Los Angeles για να «αποδράσει» στο δικό του dream job. Ο Vincent (Tom Cruise) από την άλλη, είναι ένας επαγγελματίας δολοφόνος που πρέπει να φέρει εις πέρας μια σειρά από «χτυπήματα» μέσα σε ένα βράδυ. Ονειροπόλος και καλόκαρδος ο πρώτος, ψυχρός και επαγγελματίας ο δεύτερος. Η μοίρα θα τους φέρει μαζί για ένα βράδυ (so romantic) και αυτό θα έχει τρομερές συνέπειες και για τους 2. Είδατε πάλι τι συνέβη εδώ;

Τα αντίθετα έλκονται. Ειδικά αν είναι τόσο ίδια.

Με μαεστρία, βλέπουμε μια σχέση μεταξύ αντρών (λέτε ο Mann τόσα χρόνια να προσπαθεί να περάσει κάποιο υποσυνείδητο gay μήνυμα που δεν πιάνουμε;) να αναπτύσσεται μέσα στους σκοτεινούς δρόμους της πόλης των Αγγέλων, ενώ η δράση προχωράει με σκηνοθετική οικονομία – το ίδιο συμβαίνει και με την κατάβαση στις ψυχές των χαρακτήρων. Από την μια έχεις τη σκηνή με τα πιστολίδια στο nightclub (ύμνος στο πως να στήσεις μια τρομερή σκηνή δράσης) και από την άλλη δεν χρειάζονται λόγια για να εξηγήσουν καταστάσεις και συναισθήματα, παρά μόνο σιωπή και βλέμματα (στη σκηνή με τον λύκο).

Το Collateral δεν είναι αριστούργημα. Παραμένει όμως φάρος προς επίδοξους σκηνοθέτες που από την μια προσπαθούν να χαιδέψουν τα μεγάλα στούντιο με έσοδα και από την άλλη να συνδεθούν με το κοινό τους, χαρίζοντας ατόφιο καλλιτεχνικό όραμα.

This is America & This is the Internet

Φαντάσου το videoclip του This is America σαν έναν Δούρειο Ίππο καλλιτεχνικής ελευθερίας που προσπερνάει τα ταμπού της σύγχρονης μουσικής πραγματικότητας και αφού καταφέρνει να διεισδύσει πίσω από τις γραμμές του εχθρού, είναι έτοιμο να ανάψει το φιτίλι της κριτικής σκέψης για να σκορπίσει σπέρματα αμφισβήτησης στο υπνωτισμένο κοινό. Όλα είναι έτοιμα, τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει την αντίστροφη μέτρηση, έως την στιγμή που το Ίντερνετ (σαν σύγχρονος Εφιάλτης) αποφασίζει να κάψει το άλογο, πριν καν αυτό ανοίξει, σκορπίζοντας τον θάνατο στην όποια Ελπίδα είχε απομείνει.

Μπράβο Ίντερνετ, τα κατάφερες.

Η κουλτούρα των memes και των επαναστατών του πληκτρολογίου αποφάσισαν πως δεν χρειάζεται να μασήσεις την τροφή σου. Θα το κάνουν αυτοί για σένα. Θα σε διασκεδάσουν (για να χαμογελάσει το χειλάκι σου), θα αναλύσουν και την παραμικρή χορογραφία ενός καλλιτεχνικού έργου (του οποίου ο ίδιος ο δημιουργός, αρνήθηκε να σχολιάσει, κάνοντας το αυτονόητο…) το οποίο δεν χρειάζεται επεξήγηση από κανέναν. Μόνο από το σκονισμένο σου μυαλό.

Οι συνθήκες ήταν εξαιρετικές ρε γαμώτο. Ο Donald Glover είναι όνομα που ανεβαίνει μονίμως στην συνείδηση του mainstream κοινού, η πολιτική κρίση και το μουσικό του γούστο, είναι αυτό που οφείλει να έχει όποιος αποκαλεί τον εαυτό του καλλιτέχνη σήμερα. Παρέδωσε ένα videoclip το οποίο δεν χρειάζεται να έχεις IQ πάνω από 200 για να αποκωδικοποιήσεις. Το άφησε στη μοίρα του και αυτό πήρε την μορφή χιονοστιβάδας.

Μέχρι που η κοινωνικοπολιτική ουσία εξαφανίστηκε, οι παρωδίες εμφανίστηκαν, και το καρναβάλι ξεκίνησε. Το μήνυμα ήταν δυνατό. Το μέσο αποδείχθηκε δυνατότερο.

Μπράβο κόσμε, τα κατάφερες.

Δεν βαρέθηκες να ροκάρεις στα γεράματα;

Προφανώς και όχι.

Γιατί είσαι ο Dave Wyndorf. Μπορεί να έκοψες τα drugs (αλλά έκανες καλή δίαιτα και δεν μοιάζεις με τον Πάγκαλο πλέον) αλλά όταν ήσουν μικρός έπεσες στην χύτρα με το τριπαρισμένο songwriting και η μαεστρία δεν λέει να φύγει.

Και το Mindfucker τι λέει;

Οι αμήχανες πρώτες ακροάσεις είναι σαν το μαστίγιο και το καρότο. Η παραγωγή είναι ωμή σαν κρέας στο χασάπικο, ξερή σαν το λαιμό σου μετά από hangover, μια σχετικά πιστή ωδή στο 60’s garage – protopunk ήχο των MC5.

Η ψυχεδέλεια απουσιάζει αυτή τη φορά (και κάποια στιγμή πρέπει να γίνει ειδική μνεία στις τελευταίες – re imagining – δουλειές του μπάρμπα Dave οι οποίες ήταν αριστουργηματικές αλλά πέρασαν λίγο στα ψιλά γράμματα) και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Αλλιώς το συγκρότημα θα ονομάζονταν AC/DC και ο ήχος τους θα ήταν ο ίδιος με το Spine Of God.

Πρωτοτυπία μηδέν αλλά είμαστε στο 2018 διάολε και αν περιμένουμε από συγκροτήματα με γαλόνια δεκαετιών να προσφέρουν παρθενογένηση, είμαστε άξιοι της μοίρας μας.

Όπως και να χει, ο δίσκος είναι grower, έχει στοιχεία που θα τα τσιμπήσεις σαν μπουκίτσες και θα σου κολλήσουν, ακόμα και οι μέτριες στιγμές κάτι έχουν να προσφέρουν.

Στην τελική, αν σου αρέσουν οι Magnet, θα βρεις τον εαυτό σου να στάζει από χαρά. Αν όχι, άντε γαμήσου, εδώ είμαστε χουλιγκάνοι και η αντικειμενικότητα πάει περίπατο.

Neeeeext.